θεοφαής

θεοφαής
θεοφαής, -ές (Μ)
αυτός που λάμπει θεϊκά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο-* + -φαής (< φάος), πρβλ. λευκο-φαής, χρυσο-φαής].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”